1 definition by woodcucker

To have sexual intercourse with another person while in the presence of a wood chuck.
Bro#1: "Hey bro, guess what I did with that girl from Chi Omega last night"

Bro#2: "Cleveland steamer?"

Bro#1: "Nah, cuck wood."

Bro#2: "What a skank"
από woodcucker 13 Μάιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×