1 definition by wordmakeruperer

(n)- an extreme passion or obsession with someone or something
Did you see that girl at the dessert table?

Yea, she has some major passionessocity for that cake.
από wordmakeruperer 10 Δεκέμβριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×