1 definition by xeerotee

To eat food very noisily with mouth open (usually done unknowing by old people and toddlers).
"Stop smodging granddad, you are putting me off my dinner!"

"To smodge or not to smodge? That is the question!"
από xeerotee 15 Αύγουστος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×