1 definition by yolofactorstyle

the state of mind in which one does whatever he/she wishes to do, not necessarily for any particular reason
That guy's yolo factor is off the charts - he just ate cake for every meal of the day.
από yolofactorstyle 27 Οκτώβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×