1 definition by youreawizardharry

Yot
A Yot is a male, usually fit or good looking. 'The Yot' or just 'Yot' means males in general (plural). Male variation of the term yat.
"This party's great, look at all the good quality Yot!"

"Where's the Yot at?"

"Karen is so lucky Dave asked her out, he is one fine Yot..."
από youreawizardharry 26 Ιανουάριος 2014

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×