Top Definition
(descriptive) a person who avoids staying out in the sun, usually a fair-skinned person.
whenever his friends invite him for outdoor activities, alan always comes up with excuses so as to avoid being in the sun.thats how he earned his nickname of sunshy alan.
από mervynl 30 Μάρτιος 2008
8 Words related to [sunshy]

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.