Top Definition
The action of using a second Kleenex to clean semen after masturbation.
Kyle: "Man that was a big load, I need to 2-ply that bitch."
από skr33ch96 23 Οκτώβριος 2014
1 Word related to 2-ply

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×