Top Definition
1. n.: A voluptuous young sex kitten with a radiant soul.

2. adj.: Having the sweet scent of one fine beeotch.
1. "Abtacular, either somebody put something in my drink, or you the finest looking mother f****r I've seen in weeks."

2. "Shiznit girl, you smell abtacular!"
από CW 21 Μάιος 2004

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.