Top Definition
A single man who sleeps with married people...mainly women.
The Adulterist snuck out the bedroom window as the husband arrived home early from work.
από Chris Wayne 29 Νοέμβριος 2005
5 Words related to Adulterist

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×