Top Definition
Doggedly going after a goal, such that you can be compared to Captain Ahab hunting the White Whale.
"He really wants this promotion"
"Yeah, he's gone Ahabian over it"
από GratuitousEsquire 19 Μάρτιος 2009
5 Words related to Ahabian

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×