Top Definition
To have an uncontrollable fit of laughter, usually making you appear retarded in front of other people.
Jamal: AHAHAHAHAHHHHHHHHHHHHHHHHAHAHAHAHAHAHAHAHAH
Tyrone: Nigga you got alizainitus!
από yadunknow 5 Αύγουστος 2008
4 Words related to Alizainitus

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×