Top Definition
Definition: Ambidexterity is the state of being equally adept in the use of both left and right appendages (such as the hands). Or the state of being ambidextrous.

Nouns: Unusual cleverness, duplicity; deceitfulness.

Origin Of Word: 1645-1655
She could only sign the document with her right hand because she was not familiar with being ambidexterity.
από MasterWord 4 Αύγουστος 2015

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.