Top Definition
An sexual move preformed between two males where a male is given such a deep throat that he damages his voice box and can only mutter.
I gave Andy Ellis an Andizzle and now he mutters all the time
από George Hymers 24 Ιανουάριος 2012
5 Words related to Andizzle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.