Top Definition
Ashwarian - a word used to describe females that are alternative, unique with a bit of crazy and usually gorgeous.
1: met a girl at the bar last night
2: yeah? what's she like?
1: bit of an ashwarian
2: nice
από Datafunk 23 Οκτώβριος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×