Top Definition
To attempt something psycotic in nature and in character. Usually involving beastiality or a random usage of a sex toy.
I pulled an Asklar last night with a dildo and a donkey/projector.
από Tim 20 Ιανουάριος 2005
2 Words related to Asklar

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×