Top Definition
n. Severe diaharea along with a spraying sound that is similar to urination.
Man: When I drink too much, I always have an Ass Gusher the follwing day.

Man: My butt is raw and sore from the Ass Gushers I sprayed out today.
από P Wells 3 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Ass gusher

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×