Ass-Jackal <noun>: A foolhearty person of limited wit.
-or-
Ass-Jackal: Imaginary/mythical animals, whose life is spent upon the hind-quarters of humans, and emit dimwitted guffaws everytime said human does something foolish.
"Seeing Georgie fall from the balcony, I realised what an ass-jackal he is".
από Mike Lindgren 25 Φεβρουάριος 2006
noun) Jon; boyfriend of kelly.
Man, Jon is such an assjackal...with his...yo yo...and pink suspenders!
από Buttskull 6 Μάιος 2005

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×