Top Definition
1: Amazing butt sex.
2: Any anal or oral copulation with a member of the opposite sex that is classified as awe giving.
Dude, that butt sex last night was awesodomy.

-or-
Dude, that chick gives some awesodomy head!
από PhEEEnd 17 Αύγουστος 2009
5 Words related to Awesodomy

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×