Top Definition
(noun): The condition of being incapable of breathing due to the pure awesomeness of what has just been witnessed.

(v): To awesphyxiate.

When I saw that old lady get jumpkicked in the face in Hot Fuzz I thought I was going to die of awesphyxiation.
από Hizowie 28 Ιανουάριος 2009
6 Words related to Awesphyxiation

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×