Top Definition
<noun, verb>
<adj. - b'ticklin'>

1)A butt tickle.
2)You know, a b'tickle.
<verb> Are you b'tickling?

<noun> I had a b'tickle last night.

<adj> That b'ticklin' turd.
από headshave 23 Φεβρουάριος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×