Top Definition
The propellment of a badger, usually in aggression, towards a person or object of annoyance.
The annoying man was badgered because of his rude jokes.
από Badgerer 19 Φεβρουάριος 2014
1 more definition
When one is tired, has had sex, has run into a slight misfortune.

I was up all night, man I'm badgered.
από Luisa Toselli 12 Ιανουάριος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×