ripple, undulate, current, or wrinkle. Usually used when discussing a curious or unknown source causing the chasm of wrinkles.
"Look at all the badibbles in that pond, there must be a helluva lot of fish in there!"

"Her shirt was all badibbling because her nipples were seriously shabangin'"
από roxy heart 24 Σεπτέμβριος 2006

5 Words Related to Badibble

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×