Top Definition
A young person that shows immoral, erratic, or "bad" behaviour, especially sexually.
Mother: "Jimmy sure has been portaying some badolescent behaviour lately! I walked in on him doing the dirty to Susie!"
από thisaintmyrealname 3 Αύγουστος 2009
7 Words related to Badolescent

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×