Top Definition
To cause uproar and quarrel with another, or to express a feeling of annoyance and fury in a heated argument.
person #1 says: oit i aint taking none of your shit
person #2 says: dont start getting all bajigedi with me
από Lauz 3 Οκτώβριος 2003
6 Words related to Bajigedi

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×