'Baklap'; a person who acts like he's dumb or is dumb.

Related to: an asshole, an idiot, a moron, a 'klootviool'.

Literally translated from Dutch; 'bak'= bake(d), 'lap'= a piece of meat.
"The dirty baklap."

"That baklap stole my bike!"
από Ma(r)x 24 Νοέμβριος 2006

4 Words Related to Baklap

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×