Top Definition
Balzout: To engage in an athletic activity as passionately as you feel for that activity. To live your life with no surrendering to your fear. To do an activity at a high level of intensity.
Live Balzout!
από Live Balzout 2 Ιούνιος 2009
5 Words related to Balzout

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×