Top Definition
Bareheaded is a descriptive word to define one who has or in the process of losing his hairline.
1.Hey you..you're "BAREHEADED".

2. The middle-aged man has grown taller then his part, he is "BAREHEADED".
από bareheaded 12 Αύγουστος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×