Top Definition
To become upset to the point of reacting like a child. To throw a temper tantrum.
Nathan was so Basker when he didn't get his own way.
από Grom Gromulous 29 Μάιος 2013
1 more definition
To bask or to enjoy indefinitely
I am basking in glory therefore I am a basker
από rafflespook 16 Ιούλιος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×