Batin(g) Hoop (m) verb; to engage in the act of bating a females hoop.

Bating hoop is also an act of exchanging neutralised parts.

Hoop Batin(g) is an act that is only preformed by the most daycent of feens. Bating hoop can be extremely dangerous and is to be treated with great caution
Jeff: Dude! I'd bate her hoop all day.

Kevin:You like Bating Hoop!:O
από hoopbater2k10 25 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×