Top Definition
A person of very limited intellect who will not befriend someone of a different faith unless it is to try to convert them.
I see Dave sitting along eating lunch. Perhaps if I go over and say hello, i can eventually Bayardelle him.
από Tootzie 2 Μάρτιος 2009
5 Words related to Bayardelle

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.