Top Definition
A word created by a Really frustrated filipina.
Meaning- something that does not work.
"Seriously, who has a spare macbook charger? :D All the chargers I've plugged into my laptop have gone bazzingo"
από Sonson P 26 Σεπτέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×