Top Definition
Street-food. Food generally purchased from street vendors.
Johnny purchased some bazzure on his way to work.

"I'm feeling peckish, let's go grab some bazzure".
από C. Auguste Dupin 18 Φεβρουάριος 2009
Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×