Top Definition
The act of being both beautiful and awesome with a little bit of boss. (noun)
Guy: Dude did you see my new kicks? They're beausome!

Girl: OMG look at the new kid! He's so beausome-ly hot.

Guy 2: Bro, I'm beausome to the max.
Girl 2: NO. Big ego's are not beausome.
από DelenaNac 25 Νοέμβριος 2011

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.