Top Definition
To laugh boisterously. Especially at others' misery.
When he explained that he had gotten gonorrhea I couldn't help but begaffle at his problem even though I felt like shit for laughing it was just so funny I begaffled for like thirty straight seconds
από wambamsam 10 Ιούλιος 2009

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×