Top Definition
Derived from two words. Bi and Cougar. Bicougal means for someone/something to be a bi (both) cougar (large jungle cat/good looking older woman).

(2)People with small bodies and large heads who like to dance and love others named Luke.
That jungle cat must be bi.

(2)I love you, Luke because I am bicougal.
από Eman12343675 22 Μάιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×