Top Definition
To be pounced on by the biggest nonce possible (sexually) when least expecting it.
Oh my god, she so got biddlephiled last night, gutted.
από tinker2910 5 Μάρτιος 2008
1 more definition
A UK term used in fun by those who don't really understand what "nonce" means.

"To be pounced on (sexually) by the biggest nonce (child molester) possible when least expecting it."
She was biddlephiled!
από Imperfectly 6 Μάρτιος 2008

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×