Top Definition
n. A drunken gnome known for balligerant behavior

adj. Of or relating to behavior reflective of chronic drunkedness
When joe gets about a dozen shots of Jaegermeister in him, he becomes quite binkus.
από Jared 13 Ιούνιος 2003
5 Words related to Binkus

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×