Top Definition
(bi)- O- (turd)
1.) The end result of one's foolishness during sexual intercourse.
2.) To refer to one's offspring.
Forget it dude, she's got a bioturd!
Don't forget to grab the bioturd seat!
John and Mary were so happy to bring their bioturd home from the hospital.
από thatdudewade 16 Νοέμβριος 2009
5 Words related to Bioturd

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×