Top Definition
Anyone who enjoys staring at large asses, preferrably girls. Although the Birbeck will stoop so low as to stare at guy butts.
V: Dude, that Birbeck just checked out Angela!

Destin: That guy has no taste.
από DestinTrang 22 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Birbeck

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×