Top Definition
Tired, not in the mood, couldn't be fucked.

Man, I'm soo Birched I'm not going to come to the topless party.
από leglesslarry 13 Ιανουάριος 2009
1 more definition
The act of getting completely annihilated through drugs and alchohol.
Joe - "Hey Dan, what are you doin tonight?"
Dan - "Getting fuckin birched what do you think?!"
από bartholemue gustoffison 12 Απρίλιος 2010

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×