Top Definition
Verb: The action of shaking one's Birkenstock sandal while paused mid-stride to dislodge any small pebbles, sand, mulch or other (usually organic) material.
"Yo, wait a minute, I've got to do the birkenshake!"
από L. Van Dusen 19 Ιανουάριος 2012

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×