Top Definition
To get off on one's bitchiness, to enjoy the act of being a bitch. Literally, an orgasm of bitchdom.
Wow, he/she's really having a bitchgasm over there after taking everything from him/her in the divorce.
από OMGR8US 26 Σεπτέμβριος 2009
5 Words related to Bitchgasm

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×