Top Definition
The feeling of not having to pee at all.
I'm so blempty right now, I totally don't have to go to that rest stop.
από JBennett 14 Φεβρουάριος 2009
5 Words related to Blempty

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×