Top Definition
n. (block-sam-ism)

A sacred religion whereby members do nothing but ride the gravy train through life and enjoy doing nothing and talking to nobody.
1. "That white haired guy isn't doing anything tonight because he practises Bloxamism."
"Really?"
"Yeah, his father is the Bloxamic pope"
από rasmus darr harre 16 Ιούλιος 2009
5 Words related to Bloxamism

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×