The act of blushing whilst belching. Usually in front of someone the blucher is attempting to impress.
I swallowed some air with my drink of beer and bluched right in that hottie's face.

Bluching in the middle of delivering my father's eulogy was one of the more embarrassing things in my life.
από Dylan Donnie-Duke Dali Llama 5 Σεπτέμβριος 2013

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×