Top Definition
1. something stupid, retarded, aggravating, or annoying to a person, can be a person or a thing.
2. A non-profane way of saying butt fucker, an offensive term for a gay male.
1. " My computer is such a blum-flunger, it keeps locking up on me."
2. "Chet is blum-flunger, he likes guys."
από Beadybutt 25 Μάιος 2006
5 Words related to Blum-flunger

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.