Top Definition
A derogatory term for a person of Scottish decent. Cheaper than a Jew, and lives in or near a bog.
Steve looks like a regular Bog Jew in his kilt.
από Chuck D. Bones 22 Ιανουάριος 2009
5 Words related to Bog Jew

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×