Top Definition
When someone is overloaded with work.
Greg was bogged down working with excel spreadsheets and power point decks when he would rather be eating coconut buns with his friend Helen.
από @gunnr 27 Ιανουάριος 2012
1 Word related to Bogged Down

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×