Top Definition
A verb. When someone hits a bong, holds in the smoke then rips a beer bong and exhales the weed smoke. Invented at Dorsey's house in the late 1990's.
Dorsey, "Damn Stanger that's your 4th Bong Buster this hour."

Stanger, "Yeah you're telling me, I have to go to work at UPS in an hour."
από The Muffin Man 29 Αύγουστος 2006
9 Words related to Bong Buster

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.