Top Definition
to give or to get a good sexual romping to a member of the opposite sex.
I gave her a good bonkerson last night.

I need to bonkerson asap.
από too chi 8 Ιούνιος 2009
5 Words related to Bonkerson

Δωρεάν Ημερήσιο e-mail

Γράψε από κάτω τη διεύθυνση e-mail σου για να έχεις την δωρεάν Urban Λέξη Ημέρας κάθε πρωί!

Τα e-mail στέλνονται από τη διεύθυνση daily@urbandictionary.com. Ποτέ δεν θα σε σπαμάρουμε.

×